English French German Spain Italian Dutch Russian Portuguese Japanese Korean Arabic Chinese Simplified

>Αν βρίσκετε βοηθητικά και ωφέλιμα τα άρθρα της σελίδας, μπορείτε να κάνετε κλικ στις διαφημίσεις (κάντε όσα κλικ θέλετε εσείς) ως έκφραση ευγνωμοσύνης, στηρίζοντας ταυτόχρονα την ιστοσελίδα. Σας ευχαριστώ πολύ! Να είστε καλά!

Τρίτη 27 Ιουνίου 2017

Τι απέγιναν οι ήρωες της Επανάστασης του 1821;

Έδωσαν τα πάντα για την ελευθερία της πατρίδας. Ποιο ήταν το... ευχαριστώ;
Οι άνθρωποι που μέσα σε μία νύκτα έγιναν ηγέτες της Επανάστασης του ’21, θυσιάζοντας την ζωή τους και τις περιουσίες τους για την ελευθερία της πατρίδας μας δεν έτυχαν ανάλογης μεταχείρισης από το ελληνικό κράτος.
Μπορεί αυτοί να έδωσαν ό,τι είχαν για την επανάσταση, αλλά πολύ γρήγορα αγνοήθηκαν από την ελεύθερη Ελλάδα.
Για να επιστρέψει πολύ γρήγορα αυτή η «ελεύθερη Ελλάδα» σε μία νέα σκλαβιά.
Διαβάστε αυτήν την ενδιαφέρουσα έρευνα και διαπιστώστε μόνοι σας πόσο αχάριστος μπορεί να είναι ένας λαός στους ανθρώπους που έδωσαν κυριολεκτικά το αίμα τους και την ζωή τους για την πατρίδα τους. Είπαμε. Η Ιστορία διδάσκει.
Αχαριστία ευεργετηθέντων!
Θεόδωρος Κολοκοτρώνης: καταδικάστηκε μια φορά σε φυλάκιση το 1825 από τον Μαυροκορδάτο και την παρέα του και μια σε θάνατο (1833) από την αντιβασιλεία του Όθωνα που τελικά μετατράπηκε σε ισόβια, για στάση εναντίον του βασιλέως και κλείστηκε στη γνωστή ποντικότρυπα-φυλακή του Ναυπλίου. Αποφυλακίστηκε με εντολή του Όθωνα λίγους μήνες αργότερα και τελικά πέθανε στις 4 Φλεβάρη 1843.
Γεώργιος Καραϊσκάκης: Στις 2 Απρίλη 1824 οδηγήθηκε σε δίκη από τον «πατριώτη» Μαυροκορδάτο, καταδικάσθηκε σε θάνατο που μετατράπηκε από τη λαϊκή δυσαρέσκεια σε πλήρη στρατιωτική καθαίρεση και λίγους μήνες αργότερα επανήλθε στα αξιώματά του. Δολοφονήθηκε ανήμερα της γιορτής του 23 Απρίλη 1827 στη Μάχη του Φαλήρου, μάλλον από τσιράκια του Μαυροκορδάτου, καθώς επέστρεφε στο ελληνικό στρατόπεδο μετά το τέλος της μάχης.
Οδυσσέας Ανδρούτσος: Δολοφονήθηκε από πρωτοπαλίκαρα του Μαυροκορδάτου στις φυλακές της Ακρόπολης στις 5 Ιουνίου 1825. Ο γενναίος πολεμιστής λόγω της έντονης προσωπικότητάς του ήρθε σε σύγκρουση με σημαντικούς πολιτικούς της εποχής, γεγονός που οδήγησε σε συνεχείς προσπάθειες για την εξόντωσή του. Κατηγορήθηκε για συνεργασία με τον εχθρό, φυλακίστηκε και τελικώς δολοφονήθηκε με βάναυσο τρόπο. Οι δολοφόνοι του πέταξαν το σώμα του από την Ακρόπολη και εμφάνισαν την υπόθεση ως απόπειρα δραπέτευσης.
Αθανάσιος Διάκος: Συνελήφθη αιχμάλωτος από τον Ομέρ Βρυώνη στη Μάχη της Αλαμάνας στις 24 Απρίλη 1821 και μετά την άρνησή του να προσκυνήσει τους Πασάδες κάηκε ζωντανός αφού πρώτα οι Τουρκαλβανοί τον σούβλισαν επί 4 ώρες.
Αδελφοί Υψηλάντη: Αλέξανδρος – Μετά την ήττα του στο Δραγατσάνι (7 Ιουνίου 1821) ο Υψηλάντης παραδόθηκε στους Αυστριακούς, φυλακίστηκε και απελευθερώθηκε στις 24 Νοεμβρίου 1827. Η κλονισμένη υγεία του δεν του επέτρεψε έκτοτε να βοηθήσει το επαναστατημένο έθνος. Δύο μήνες μετά την αποφυλάκισή του στις 31 Ιανουαρίου 1828 πέθανε στη Βιέννη μέσα σε συνθήκες ακραίας φτώχειας και μιζέριας. Η τελευταία του επιθυμία ήταν η καρδιά του να απομακρυνθεί από το σώμα του και να σταλεί στην Ελλάδα. Δημήτριος – παρά τις πάμπολλες διώξεις εναντίον του κατάφερε να επιβιώσει. Διορίστηκε τελικά στην Ελεύθερη Ελλάδα αρχιστράτηγος των ελληνικών ένοπλων δυνάμεων και πέθανε στο Ναύπλιο τον Αύγουστο του 1832 χωρίς περιουσία....
Μαντώ Μαυρογένους: Απεβίωσε στην Πάρο από την πείνα και την εξαθλίωση και έχοντας δαπανήσει όλη της την περιουσία στον αγώνα – περίπου 500.000 γρόσια! Αυτή η ευγενική και ρομαντική ηρωίδα του αγώνα, που έδωσε τα πάντα για την επανάσταση και βίωσε ένα θυελλώδη έρωτα με τον Δημήτριο Υψηλάντη στα πεδία των μαχών, ο οποίος όμως έληξε άδοξα βυθίζοντας την ίδια στην κατάθλιψη. Η μεγάλη ηρωίδα αναγκάστηκε να περάσει τα τελευταία χρόνια της ζωής της πάμπτωχη, ξεχασμένη και παραγκωνισμένη από την ίδια της την οικογένεια.
Μπουμπουλίνα Λασκαρίνα: Δολοφονήθηκε μέσα στο ίδιο της το σπίτι στις Σπέτσες στις 22 Μαΐου 1825 από Σπετσιώτες «πατριώτες» καθώς προσέβαλε την τιμή τους κι ενώ η Ελλάδα σπαράσσονταν από τον εμφύλιο!!! Η Μπουμπουλίνα, η μεγάλη καπετάνισσα, έδωσε την περιουσία της για τον αγώνα, και θρήνησε ένα γιο στην επανάσταση. Θύμα και αυτή του εμφυλίου πολέμου αποσύρθηκε στις Σπέτσες, όπου έπεσε θύμα δολοφονίας από την οικογένεια της γυναίκας που ερωτεύτηκε ο γιός της. Η ελληνική πολιτεία έκλεισε την υπόθεση και δεν αναζήτησε καν τους δράστες.
Νικήτας Σταματελόπουλος ή Νικηταράς: για τις υπηρεσίες του στον αγώνα το 1839 το κράτος του Όθωνα τον συνέλαβε με την κατηγορία της συνωμοσίας και τον βασάνισε φριχτά έως ότου έχασε το φως του! Έτσι τυφλός, πεινασμένος, άστεγος και ξεχασμένος από όλους θα πεθάνει από το κρύο και την πείνα το χειμώνα του 1849 χωρίς να δεχθεί ΠΟΤΕ να λάβει κανένα βοήθημα από το κράτος...
Ιωάννης Μακρυγιάννης: Μετά το τέλος της επανάστασης άρχισε να γράφει τα Απομνημονεύματά του, τα οποία αποτελούν δείγμα της δημώδους γλώσσας στην νεοελληνική γραμματεία. Ήρθε σε αντίθεση με τους οπαδούς του Καποδίστρια, και αργότερα με τον Όθωνα. Έλαβε μέρος στην Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου. Το 1852 καταδικάστηκε σε θάνατο με την κατηγορία ότι σχεδίαζε τη δολοφονία του Όθωνα, αλλά το 1854 αφέθηκε ελεύθερος. Το 1864 ονομάστηκε αντιστράτηγος και πέθανε λίγο μετά στο μόνο πράγμα που του απέμεινε, το σπίτι του κάτω από την Ακρόπολη.
Κόμης Ιωάννης Καποδίστριας: γόνος αριστοκρατικής οικογένειας από την Κέρκυρα, Υπουργός εξωτερικών της Ρωσίας όταν ξέσπασε η επανάσταση. Το 1827 η εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας του αναθέτει το αξίωμα του κυβερνήτη. Αφού πούλησε την τεράστια περιουσία του διέθεσε όλα τα χρήματα για την ανόρθωση της Ελλάδας (περίπου 5.000.000 ρούβλια). ΑΡΝΗΘΗΚΕ να λάβει μισθό από το δημόσιο ταμείο και προτίμησε μια λιτή ζωή και χωρίς προκλήσεις, δείχνοντας ιδιαίτερη φροντίδα στις χήρες, τα ορφανά και τους αγωνιστές της Επανάστασης. Στις 27 Σεπτέμβρη 1831 δολοφονήθηκε στο Ναύπλιο από τον αδελφό και το γιο του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη καθώς «τόλμησε» να τα βάλει με τα μεγάλα τζάκια.
Αντώνης Οικονόμου: ο άνθρωπος που ξεσήκωσε το λαό της Ύδρας το Μάρτη του ‘ 21. Δολοφονήθηκε από Υδραίους φονιάδες στις 16 Δεκέμβρη του 1821 με εντολή των Υδραίων προκρίτων γιατί τους «χάλαγε τη σούπα»...
Παναγιώτης Καρατζάς: ο τσαγκάρης από την Πάτρα που... πρόλαβε τον Παλαιών Πατρών Γερμανό, κήρυξε την Επανάσταση στην Πάτρα και ξεσήκωσε τον λαό της παίρνοντας φαλάγγι τους Τούρκους. Δολοφονήθηκε στις 4 Σεπτέμβρη 1821 από το ρουφιάνο «συμπολίτη» του Θάνο Κουμανιώτη στη Μονή Ομπλού έξω από την Πάτρα ύστερα από άνωθεν εντολή.
Παρακολουθήστε επίσης το πολύ ενδιαφέρον ντοκιμαντέρ από την «Μηχανή του Χρόνου» σχετικά με το άδοξο τέλος των ηρώων του 1821.

 Πηγη

Κυριακή 16 Απριλίου 2017

Ήταν o Νεύτωνας ψευτοεπιστήμονας;

Το 1936 έμελλε να αποτελέσει έτος-σταθμό για την ιστορία της επιστήμης, καθώς τότε είδαν το φως της δημοσιότητας πολλά προσωπικά χειρόγραφα του Νεύτωνα. Τα χειρόγραφα αυτά ήταν κυρίως σημειώσεις και ημερολόγια που πραγματεύονταν ζητήματα αλχημείας, θεολογίας και μεταφυσικής και τιτλοφορούνταν «χειρόγραφα μη επιστημονικού ενδιαφέροντος». Μήπως λοιπόν σκεφτόμαστε αναχρονιστικά όταν ονομάζουμε τον Νεύτωνα επιστήμονα με τη σημερινή αυστηρή έννοια; Ήταν άραγε ο πρώτος επιστήμονας ή ο τελευταίος μάγος;
ΑΣ ΠΑΡΟΥΜΕ ΟΜΩΣ τα πράγματα από την αρχή.
Το 1642 γεννήθηκε στο Woolsthorpe ο Ισαάκ Νεύτωνας, την ίδια χρονιά που πέθανε ο Γαλιλαίος, ο μεγάλος μαθηματικός και φυσικός φιλόσοφος. Όταν ήταν 19 ετών πήγε στο Trinity College του Cambridge και σε ηλικία 27 ετών έγινε καθηγητής μαθηματικών στο φημισμένο αυτό πανεπιστήμιο.
Από πολύ νωρίς φάνηκε ότι ο Νεύτωνας διέφερε από τους υπόλοιπους καθηγητές και ότι ήταν κλειστός χαρακτήρας, αφού είχε ελάχιστες γνωριμίες. Ωστόσο, αυτό δεν τον εμπόδισε να επιδοθεί στη μελέτη της φύσης και να κληροδοτήσει στις επόμενες γενιές ένα τεράστιο έργο. Το 1666 επέστρεψε στη γενέτειρά του, λόγω μιας επιδημίας πανούκλας που είχε ενσκήψει στο Cambridge, με αποτέλεσμα να αποφασιστεί η προσωρινή εκκένωσή του. Τότε λέγεται ότι διαμόρφωσε, μέσα σε ένα διάστημα δύο ετών (1668-1669), τις βασικές αρχές του διαφορικού λογισμού -μέθοδο των ροών, το ονόμαζε-, τους βασικούς νόμους για την κίνηση των σωμάτων και την ιδέα για μια δύναμη που επιδρά στα σώματα, τη βαρύτητα. Τα δύο αυτά έτη έχουν μείνει γνωστά στην ιστορία της επιστήμης ως τα θαυμαστά χρόνια του Νεύτωνα.
3 νόμοι της κίνησης
► «Κάθε σώμα διατηρεί την κατάσταση της ακινησίας ή της ομαλής ευθύγραμμης κίνη σης, μέχρι το σημείο εκείνο που θα εφαρμοστούν δυνάμεις πάνω του και θα μεταβάλουν την κινητική του κατάσταση» (αρχή της αδράνειας).
► «Η μεταβολή της κίνησης είναι ανάλογη προς τη δύναμη που εφαρμόζεται πάνω στο σώμα και πραγματοποιείται κατά τη διεύθυνση της ευθείας, στην οποία εφαρμόζεται η δύναμη».
ΤΟ ΣΗΜΕΙΟ ΤΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ του Νεύτωνα που προκάλεσε τις περισσότερες αντιδράσεις εκείνη την εποχή ήταν η εισαγωγή στο σύστημά του μιας δύναμης που δρούσε εξ αποστάσεως και επηρέαζε όλα ανεξαιρέτως τα σώματα στο σύνολό τους. Αυτά η δύναμη ήταν η βαρύτητα, αλλά, αν και διατυπώθηκε μαθηματικά ως νόμος-της παγκόσμιας έλξης, ο Νεύτωνας δεν κατάφερε ποτέ να δώσει μια ικανοποιητική εξήγηση για την αιτία της ύπαρξης αυτής της δύναμης. Ήταν κάτι που παραδεχόταν και ο ίδιος, αφού σε κάποιο από τα γραπτά του ανέφερε τα εξής: «Δεν μπόρεσα να ανακαλυψω την αιτία της βαρύτητας από τα φαινόμενα, γι’ αυτό και δεν κάνω υποθέσεις». Και όμως ο Νεύτωνας είχε διατυπώσει μια υπόθεση, που προκάλεσε τις αντιδράσεις πολλών συναδέλφων του, οι οποίοι ισχυρίζονταν ότι θεμελίωνε τη φυσική σε μεταφυσικά θεμέλια και επανέφερε μεσαιωνικές δοξασίες.
Η εποχή του Νεύτωνα
Είναι αναγκαίο σε αυτό το σημείο να αναφερθούμε εν συντομία στο ευρύτερο πλαίσιο της εποχής στην οποία έζησε ο Νεύτωνας. Ήδη με τον Κοπέρνικο, τον Κέπλερ, τον Καρτέσιο και τον Γαλιλαίο είχε αρχίσει μια σταδιακή αποδόμηση του μεσαιωνικού κοσμοειδώλου. Η Γη είχε εκσφενδονιστεί στους ουρανούς, για να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια του Αλεξάντερ Κοϊρέ, ως μια ασήμαντη ποσότητα αστρικής ύλης. Η αριστοτέλεια κοσμολογία του πεπερασμένου σύμπαντος, με τη διάκριση σε δύο περιοχές, την υπερσελήνια και την υποσελήνια, είχε καταργηθεί και το σύμπαν δεν καθοδηγούνταν πλέον από τη βούληση πνευμάτων, αλλά από φυσικούς, καθολικούς νόμους. Αυτό ήταν το «επιστημονικό» κλίμα της εποχής, κατά την οποία η «επιστημονική κοινότητα» ένιωθε ότι πραγματοποιούνταν αλματώδη βήματα προς τα εμπρός, γκρεμίζοντας τις μεταφυσικές δοξασίες του παρελθόντος. (Οι λέξεις επιστημονικό και επιστημονική κοινότητα είναι εντός εισαγωγικών, διότι εκείνη την εποχή δεν ήταν ακόμη διαμορφωμένη η έννοια του επιστήμονα. Πιο δόκιμος είναι ο όρος φυσικός φιλόσοφος.) Η κύρια ένσταση εστιαζόταν, λοιπόν, στην άσκηση αυτής της αποκρυφιστικής δύναμης που δρούσε από απόσταση και φάνταζε ως μια εναλλακτική θεώρηση της αριστοτέλειας θεωρίας περί φυσικών τάσεων και θέσεων των σωμάτων, σύμφωνα με την οποία κάθε σώμα έχει το δικό του συγκεκριμένο τόπο στη Γη, ανάλογα με τη σύνθεσή του.
Αυτό ήταν το κλίμα του 17ου αιώνα. Ένα κλίμα αισιοδοξίας που έμελλε να γίνει εντονότερο με την κυκλοφορία του περίφημου έργου του Νεύτωνα «Μαθηματικές Αρχές Φυσικής Φιλοσοφίας», το 1687. Δεν είναι εξάλλου τυχαίο ότι με το έργο αυτό κορυφώθηκε η Επιστημονική Επανάσταση και ο Γουάιτχεντ (Whitehead, Alfred North) αναγκάστηκε να χαρακτηρίσει το 17ο αιώνα ως αιώνα της μεγαλοφυΐας.
Αυτά όλα είναι λίγο πολύ γνωστά σε όλους μας. Αλλωστε, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ολόκληρες γενιές ανά τον κόσμο, στο πλαίσιο της βασικής τους εκπαίδευσης στο σχολείο, έχουν χρησιμοποιήσει τη νευτώνεια ορολογία και έχουν μάθει τα μυστικά της φύσης από το έργο του μεγάλου Άγγλου φυσικού.
Ήταν όμως μόνο αυτό ο Νεύτωνας;
Ένας άμεμπτος φυσικός φιλόσοφος που έθεσε τις βάσεις της κλασικής φυσικής, ενώ κλεινόταν στο δωμάτιό του και μελετούσε μόνο μαθηματικά και φυσική; Έπρεπε να περάσουν περισσότερα από 200 χρόνια από το θάνατο του Νεύτωνα για να διαπιστώσει η επιστημονική κοινότητα, αλλά και όλος ο κόσμος, ότι η εικόνα που είχαμε για τον Νεύτωνα ήταν εν μέρει σωστή. Χάρη στην ανιψιά του, που διατήρησε τα περισσότερα χειρόγραφά του, αλλά και στη συνήθεια του ίδιου του Νεύτωνα να μην καταστρέφει τις σημειώσεις του, είμαστε στην πλεονεκτική θέση να γνωρίσουμε ξανά αυτή την πολυσχιδή προσωπικότητα. Έχει υπολογιστεί ότι πάνω από 1.000.000 λέξεις είναι αφιερωμένες στην αλχημεία, το 1/6 από τις οποίες δημιουργήθηκε κατά την περίοδο των λεγάμενων θαυμαστών χρόνων του Νεύτωνα. Σήμερα είναι γνωστό ότι μεγαλύτερο χρόνο στη σκέψη του Νεύτωνα καταλάμβαναν η αλχημεία, η θεολογία και η προσπάθεια της ακριβούς χρονολόγησης ιστορικών επεισοδίων της Βίβλου, παρά η φυσική φιλοσοφία αυτή καθαυτή. Λογοτεχνικά έργα, νουβέλες, μελέτες, ακόμη και κινηματογραφικά έργα έχουν δώσει σήμερα μια ενδεικτική εικόνα της αλχημείας κατά την περίοδο της Αναγέννησης και όχι μόνο.
Ποιο θεωρούσε ο Νεύτωνας ως μεγαλύτερο επίτευγμά του; Τα σχόλιά του για το βιβλίο του Δανιήλ στην Παλαιό Διαθήκη.
Ο ΣΤΟΧΟΣ των αλχημιστών ήταν, λοιπόν, η αιώνια νεότητα και ο πλούτος; Φυσικά, αλλά όχι μόνο αυτά. Σήμερα είναι γνωστά η συνεισφορά όλων εκείνων των ερευνητών που είχαν αλχημικά ενδιαφέροντα. Σε αυτούς οφείλονται πολλές παρατηρήσεις και βελτιώσεις σε πειραματικούς σωλήνες και σε εργαστηριακά όργανα, ώστε να προσδιορίζονται επακριβώς οι εκάστοτε ποσότητες των ουσιών, όπως επίσης και μελέτες που αφορούσαν στη φαρμακευτική, καθώς συχνά, στην προσπάθειά τους να βρουν τη φιλοσοφική λίθο, παρήγαγαν ουσίες με θεραπευτικές ιδιότητες.
Αλχημιστικές επιδιώξεις
► Η ανακάλυψη της φιλοσοφικής λίθου που θα έδινε το δικαίωμα στον αλχημιστή να αποκτήσει αιώνια νεότητα και πλούτο.
► Η μεταστοιχείωση ευτελών μετάλλων σε χρυσό.
Η εμφάνιση των αλχημικών χειρογράφων του Νεύτωνα διεύρυνε το γνωσιακό μας οπλοστάσιο, όχι μόνο για τον ίδιο, αλλά και για την ευρύτερη περίοδο του 17ου αιώνα και το ρόλο της αλχημείας και των μεταφυσικών, εν γένει, αντιλήψεων στην Επιστημονική Επανάσταση. Δεν πρέπει να ξεχνάμε άλλωστε και την εμμονή του Κέπλερ να βλέπει κανονικά σιερεά στη διάταξη των πλανητών, επηρεασμένος από μεταφυσικές παραδοχές, πλατωνικής προέλευσης. Ο Ρίτσαρντ Βέστφαλ (Richard Westfall), ο εγκυρότερος ίσως μελετητής του Νεύτωνα, υπογραμμίζει ότι «η αλί χημεία διεύρυνε τους | ορίζοντες του Νεύτωνα», ενώ η γνωστή ιστορικός της επιστήμης Μπέτι Τζο Ντομπς (Betty Jo Teeter Dobbs) τονίζει ότι «προσπαθούσε να συλλάβει το θείο έργο μέσω της  αλχημείας και των μαθηματικών».
Ο Νεύτωνας καταχώριζε συστηματικά παρατηρήσεις που έκανε στο εργαστήριό του για τον υδράργυρο, το χαλκό και τον κασσίτερο.
Ισαάκ Νεύτων, φυσικός φιλόσοφος και μαθηματικός- Thomas Hudson
Για τους αλχημιστές ο υδράργυρος ήταν η πρώτη ύλη, από την οποία προέρχονται και σχηματίζονται όλα τα υπόλοιπα μέταλλα. Το πότε ακριβώς άρχισε ο Νεύτωνας να ασχολείται συστηματικά με την αλχημεία δεν μπορούμε να το πούμε με βεβαιότητα. Κάποιες ενδείξεις υπάρχουν για το 1668 ή το 1669, χωρίς αυτό να είναι απόλυτο. Το σίγουρο είναι πάντως ότι επηρεάστηκε βαθύτατα από μια αλχημική πραγματεία του Τζορτζ Στάρκι (George Starkey), ο οποίος έγραφε με το ψευδώνυμο Eirenaeus Philalethes και έφερε τον τίτλο «Βεβαιωμένη Πυροτεχνία». Φαίνεται ότι σε ένα πρώτο στάδιο ξεκίνησε να μελετά τη συστηματική ή ορθολογιστική θεωρία της χημείας, για να την εγκαταλείψει πολύ νωρίς για την αλχημεία. Στην προσπάθειά του να γνωρίσει καλύτερα αυτό τον κόσμο της αλχημείας, αντέγραφε συστηματικά πολλά κομμάτια από το έργο του Στάρκι, ερχόταν σε επαφή με το έργο άλλων αλχημιστών, όπως του Sendivogius, και πραγματοποιούσε και ο ίδιος αλχημικά πειράματα. Από τα αποκόμματα των λογαριασμών του προκύπτει ότι μεταξύ άλλων αγόραζε ανά τακτά χρονικά διαστήματα διάφορα εργαστηριακά σκεύη, ενώ η αγορά της εξάτομης συλλογής συγγραμμάτων αλχημείας, με τον τίτλο «Theatrum Chemicum», έχει το δικό της ξεχωριστό ενδιαφέρον.
Σε όλη του τη ζωή αναζητούσε την αλήθεια. Αλήθεια για τη φύση, αλήθεια για την ορθή μαθηματική διατύπωση του διαφορικού λογισμού, αλήθεια για τη σύνθεση του φωτός.
Τι ώθησε όμως τον Νεύτωνα να ασχοληθεί με την αλχημεία; Ποιος ήταν, με άλλα λόγια, ο απώτερος σκοπός του; Στο σύνολό τους οι χειρόγραφες σημειώσεις του δεν οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο Νεύτωνας επιδίωκε να δημιουργήσει χρυσό από ευτελή μέταλλα.
Η απάντηση στο ερώτημα αυτό πρέπει να αναζητηθεί με γνώμονα το γενικότερο χαρακτήρα του Άγγλου φυσικού. Σε όλη του τη ζωή αναζητούσε την αλήθεια. Αλήθεια για τη φύση, αλήθεια για την ορθή μαθηματική διατύπωση του διαφορικού λογισμού, αλήθεια για τη σύνθεση του φωτός. Επίσης, πρέπει να εστιάσουμε ξανά την προσοχή μας στο ευρύτερο πλαίσιο της εποχής.
Ο Νεύτωνας ήταν ένας από τους πρωτεργάτες της αποσύνθεσης του μεσαιωνικού κοσμοειδώλου και της διαμόρφωσης μια νέας, μηχανοκρατικής θεώρησης για τη φύση. Είχε συμβάλει στο να τεθούν οι σωστές βάσεις της νέας φυσικής φιλοσοφίας. Φαίνεται ότι αυτό δεν τον ικανοποιούσε και αναζητούσε νέους δρόμους προσέγγισης της αλήθειας και του Θεού. Και η αλχημεία φάνταζε το ιδανικό μέσο πρόσβασης. Δανειζόμενοι πάλι ένα κομμάτι από τη βιογραφία του Βέστφαλ, γίνεται σαφέστερη η άνω θέση. Συγκεκριμένα αναφέρει: «Είναι αναγκαίο να δούμε το ενδιαφέρον του Νεύτωνα για την αλχημεία ως εκδήλωση εξέγερσης ενάντια στους φραγμούς που επέβαλλε η μηχανιστική σκέψη στη φυσική φιλοσοφία».



Του Διονύση Νίκα – περιοδικό Discovery & Science 7/2005

Πέμπτη 19 Ιανουαρίου 2017

15 Μαρτίου 44 π.Χ.: Η δολοφονία του Καίσαρα



Το 46 π.Χ., ο Ιούλιος Καίσαρ έφυγε από την Αίγυπτο, νίκησε τους οπαδούς του Πομπήιου στη Θάψο (46 π.Χ.) και στη Μούνδα (45 π.Χ.) και μπήκε νικητής στη Ρώμη που του επιφύλαξε θεϊκές τιμές. Ήταν ο μόνος κυρίαρχος του παιχνιδιού. Έγινε ισόβιος δικτάτορας και σύμβουλος για δέκα χρόνια. Η δημοκρατία φαινόταν να υποκλίνεται μπροστά του. Πανίσχυρος ώστε να μπορεί να δημοσιοποιεί τον παράνομο δεσμό του με την Κλεοπάτρα της Αιγύπτου, ανίκητος στρατηγός και λαοφιλής ώστε να αποτελεί κίνδυνο για τη ρωμαϊκή δημοκρατία, ο Ιούλιος Καίσαρ βάδιζε στον δρόμο του πεπρωμένου του. Δημοκράτες, μέλη της συγκλήτου, οργάνωσαν συνωμοσία.
Ήταν οι «ειδοί του Μαρτίου», 15 του μήνα, 44 π.Χ. Ρωμαϊκές γιορτές προς τιμή του Δία. Ο Γάιος Ιούλιος Καίσαρ είχε προειδοποιηθεί από οιωνοσκόπο «να φοβάται τις ειδούς του Μαρτίου». Ο Καίσαρ βγήκε από το σπίτι του στη Ρώμη και κατευθύνθηκε προς το κτίριο της Συγκλήτου. Στον δρόμο, συναντήθηκε με τον οιωνοσκόπο. Γελώντας, του είπε: «Ήλθον αι ειδοί του Μαρτίου»! Εκείνος του απάντησε: «Ήλθον αλλά δεν παρήλθον».
Οι δημοκρατικοί συνωμότες τον περίμεναν αποφασισμένοι. Ανάμεσά τους, ο Κάσιος, ο «τελευταίος των Ρωμαίων» όπως τον αποκαλούσαν εξαιτίας της τιμιότητάς του. Και ο Βρούτος, για πολλούς γιος τού Καίσαρα. Ο Καίσαρ αντιμετώπισε ατάραχος τα υψωμένα ξίφη. Κατέρρευσε, όταν είδε και τον γιο του ανάμεσα στους συνωμότες:
«Και συ, τέκνον Βρούτε;», είπε και σκέπασε το κεφάλι του, σημάδι ότι εγκαταλείπεται στους φονιάδες.
Όμως, η Δημοκρατία δεν είχε νικήσει. Οι τυραννοκτόνοι όπως αποκλήθηκαν Κάσιος και Βρούτος αναγκάστηκαν να φύγουν στην Ανατολή. Πάνω από το πτώμα του Καίσαρα, ιδρύθηκε η τριανδρία των εκδικητών: Οκταβιανός, Μάρκος Αντώνιος, Λέπιδος.
Ο Λέπιδος έμεινε να φυλάει την έτοιμη να ξεσηκωθεί υπέρ της δημοκρατίας Σύγκλητο. Οι δυο άλλοι μάζεψαν στρατό και βγήκαν στην Ελλάδα, να αντιμετωπίσουν τους δημοκρατικούς. Ο Βρούτος είχε νικήσει τον Γάιο Αντώνιο στη Μακεδονία και ήδη βρισκόταν στη Μ. Ασία (43 π.Χ.). Ο Κάσιος νίκησε τον Πόπλιο Δολαβέλα στη Συρία (επίσης 43 π.Χ.). Βρούτος και Κάσιος ενώθηκαν και βάδισαν προς τη Μακεδονία. Η παράδοση αναφέρει ότι ο Βρούτος, όταν ακόμα βρισκόταν στον Ελλήσποντο, έζησε μια νύχτα παραισθήσεων: Είδε το φάντασμα του Ιουλίου Καίσαρα να τον επισκέπτεται στη σκηνή του και να του λέει: «Εις Φιλίππους όψει με» (να με δεις στους Φιλίππους) ή «Οψόμεθα εις Φιλίππους» (θα ιδωθούμε στους Φιλίππους).
Πραγματικά, η μεγάλη μάχη δόθηκε στους Φιλίππους, στα 42 π.Χ. Ο Βρούτος είχε απέναντί του τον Οκταβιανό και τον νίκησε. Ο Κάσιος είχε απέναντί του τον Μάρκο Αντώνιο από τον οποίο ηττήθηκε. Κάποιοι του είπαν ότι και ο Βρούτος είχε ηττηθεί. Στήριξε το σπαθί του στα χέρια ενός απελεύθερου και ρίχθηκε στη γυμνή κόψη του. Ο Βρούτος βρήκε το πτώμα του. Μέσα στη σύγχυση, ο στρατός του Κάσιου πέρασε στις αντίπαλες γραμμές. Ο Βρούτος δεν είχε καμιά τύχη. Η δεύτερη μάχη έγινε μετά από είκοσι μέρες. Ο Βρούτος νικήθηκε κι αυτοκτόνησεhttp://www.historyreport.gr/


2..


Στην «Εορτή των Λυκαίων»(15 φεβρουαρίου 44 π.Χ., ο Ύπατος Μάρκος Αντώνιος πρόσφερε στον Ιούλιο Καίσαρα «βασιλικό διάδημα», το οποίο ο Καίσαρας αρνήθηκε αντιλαμβανόμενος τη σιωπηλή δυσαρέσκεια του κόσμου. Αλλά η χειρονομία αυτή του Αντώνιου έκανε μερικούς, που ήταν αφοσιωμένοι στο δημοκρατικό ιδεώδες, να υποπτευθούν τον Καίσαρα. Φοβήθηκαν ότι η τρομερή συσσώρευση δύναμης και η αγάπη του λαού θα τον οδηγούσε σε παρεκτροπές. Έτσι, οι συνωμότες, που ανάμεσά τους ήταν και ο θετός γιος του Καίσαρα Μάρκος Βρούτος και ο Γάιος Κάσσιος, δολοφόνησαν τον Ιούλιο Καίσαρα στις 15 Μαρτίου 44 π.Χ. στο Πεδίο του Άρεως, μέσα στο Βουλευτήριο και πλάι στον ανδριάντα του Πομπήιου.
Τα κυριότερα πρόσωπα της συνωμοσίας, εκτός από τον Βρούτο και τον Κάσσιο, ήταν ο Κάσκας, ο ΛεύκιοςΚορνήλιος Κίννας, ο Μέτελλος Κίμβρος, ο Δέκιμος, ο Τρεβώνιος και ο Λιγάριος. Όλοι αυτοί περιστοίχισαν τον Καίσαρα για να του ζητήσουν δήθεν χάρη για τον εξόριστο αδελφό του Κίμβρου. Λέγεται ότι όταν ο Καίσαρας είδε ανάμεσα στους δολοφόνους και τον Βρούτο, που τον αγαπούσε ιδιαίτερα και που μερικοί έλεγαν πως ήταν νόθο παιδί του, αναφώνησε στα ελληνικά: «Καί σύ τέκνον Βρούτε;». Αφού σκέπασε το κεφάλι του με την τήβεννο, για να προφυλαχτεί, έπεσε νεκρός από 23 μαχαιριές. Έτσι τέλειωσε τη ζωή του, σε ηλικία 56 ετών, ο μεγαλοφυέστερος Ρωμαίος.
Ο Ιούλιος Καίσαρας ήταν μεγάλη διάνοια, στολισμένη με τα πλουσιότερα και ποικιλότερα φυσικά χαρίσματα. Ήταν πολιτικός, στρατιωτικός, νομοθέτης, νομοδιδάσκαλος, ρήτορας, ποιητής, ιστορικός, αρχιτέκτονας, αστρονόμος και μαθηματικός. Από τα διάφορα έργα του, που ήταν πολλά και ποικίλα, διασώθηκαν μόνο τα Απομνημονεύματα περί γαλατικού και περί εμφυλίου πολέμου.
Στη στρατιωτική ιστορία, ο Ιούλιος Καίσαρας θεωρείται ένας από τους τρεις μεγάλους στρατηλάτες του αρχαίου κόσμου (Μέγας Αλέξανδρος, Αννίβας, Ιούλιος Καίσαρας). Ειδικότερα προς τους Έλληνες, ο Καίσαρας, μολονότι τον είχαν πολεμήσει κατά τον εμφύλιο πόλεμο τασσόμενοι με το μέρος του Πομπήιου, φάνηκε αμνησίκακος. Ξανάχτισε από τα θεμέλια την Κόρινθο,που πριν από 100 χρόνια είχε καταστρέψει τελείως ο Μόμμιος και σχεδίασε τη διάνοιξη του Ισθού της Κορίνθου, που τη ματαίωσε η δολοφονία του.
Ο τραγικός θάνατος του Καίσαρα δεν έσωσε, όπως έλπιζαν οι ιδεολόγοι συνωμότες, τους φιλελεύθερους θεσμούς της Ρώμης, αλλά αντίθετα έγινε το προοίμιο νέων εμφυλίων πολέμων. Εξαιτίας του αναβρασμού που ξεσήκωσε εναντίον τους ο Μάρκος Αντώνιος, ο Κάσσιος και ο Βρούτος διέφυγαν προς ανατολάς, όπου κατέκτησαν όλη την περιοχή από την Αδριατική θάλασσα μέχρι τον Ευφράτη ποταμό.


Παρασκευή 2 Δεκεμβρίου 2016

Η ζωή και το έργο του Κλοντ Μονέ

Γεννήθηκε σαν σήμερα, στο Παρίσι, στις 14 Νοεμβρίου του 1840. Η φράση του Σεζάν «ο Κλοντ Μονέ δεν είναι παρά ένα μάτι, αλλά τι μάτι!» φανερώνει αφενός την επιδοκιμασία του για τον τρόπο με τον οποίο ζωγράφιζε ο Μονέ, και αφετέρου την επίγνωση του γεγονότος ότι η οπτική αντίληψη, θαυμαστή ικανότητα την οποία διαθέτουν όλοι οι άνθρωποι, αποτελεί το κύριο εργαλείο για κάθε καλλιτέχνη.
Στον μη εξοικειωμένο με την ιστορία της τέχνης αναγνώστη, η παρατήρηση αυτή ενδέχεται να φανεί κάπως κοινότοπη. Ωστόσο, η ιστορία της Δυτικής τέχνης, αν και βρίθει παραδειγμάτων στα οποία η φύση χρησιμοποιείται ως αφετηρία για την καλλιτεχνική δημιουργία, ποτέ δεν συνδέθηκε τόσο στενά με την αίσθηση της όρασης, όσο στην περίπτωση του Ιμπρεσιονισμού. Ειδικότερα ο Μονέ, περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον, μετέτρεψε αυτή την κοινή σε όλους τους ανθρώπους ικανότητα σε δραστηριότητα πρωτεύουσας σημασίας, στην οποία αφιέρωσε, ακαταπόνητα, ολόκληρη τη ζωή του. Στις πολυάριθμες γραπτές μαρτυρίες που μας άφησε παρουσιάζεται, σχεδόν πάντα, αφοσιωμένος στις έρευνές του.

Η άνοιξη 1872
Ωστόσο, ο Μονέ δεν αναζητούσε μόνο τόπους που να τον εμπνέουν, όπως συχνά συμβαίνει με τους ζωγράφους’ εκείνο που επιδίωκε πάνω απ’ όλα ήταν να εμβαθύνει, μέσω της εικαστικής τους «μεταγραφής», σε όσα τού υποδείκνυε η όραση, να επιτύχει, με άλλα λόγια, ένα είδος αποκωδικοποίησης της πραγματικότητας. Ενθουσιασμένος αρχικά με τη δουλειά του ζωγράφου, έφτασε να απορροφηθεί πλήρως από αυτή και να της αφιερώσει ολόκληρη τη ζωή του, δίχως να αμφιβάλλει ποτέ -ούτε καν στις πιο δύσκολες στιγμές- για τη σημασία που είχαν οι στόχοι του. Απεναντίας, αμφέβαλλε έντονα για τα έργα του, από τα οποία δεν έμενε σχεδόν ποτέ ικανοποιημένος, ενώ παράλληλα δεν θεωρούσε ποτέ ότι είχε εξαντλήσει τις δυνατότητες της παλέτας του.

Ζωγράφιζε σχεδόν πάντα τοπία, συχνά χρησιμοποιώντας τα σαν επαναλαμβανόμενα μοτίβα, τα οποία παρουσίαζε σε τόσες παραλλαγές, όσες και οι δυνατότητες που του πρόσφερε το θέμα, όπως αυτό γινόταν αντιληπτό μέσω της όρασης. Ελάχιστες φορές καταπιάστηκε με την ανθρώπινη μορφή, αλλά, ακόμη και όταν αποφάσιζε να αναμετρηθεί μαζί της, την παρουσίαζε σαν στιγμή της πραγματικότητας, σαν μια από τις πολλαπλές όψεις του φυσικού κόσμου. Τα περισσότερα πρόσωπα που τον περιτριγύριζαν προέρχονταν από το χώρο της τέχνης” παρ’ όλα αυτά, η βιογραφία του δεν αναφέρει εχθρότητα με κανέναν, ούτε καν αντιπαλότητα. Αυτή του η ανάγκη για ομαλότητα στο πεδίο των ανθρώπινων σχέσεων τον οδήγησε να δημιουργήσει ισχυρές και μακροχρόνιες φιλίες.

Ο Μονέ έβρισκε πάντα συμπαράσταση στους φίλους του όποτε είχε ανάγκη τη βοήθειά τους. Ποτέ δεν ξεχνούσε, όμως, τη στήριξη που του παρείχαν, αποδεικνύοντας —ακόμη και όταν η δόξα τον είχε πλέον ανταμείψει και με το παραπάνω για τις δυσκολίες περασμένων εποχών— πως η σύμπνοια και η ομόνοια που είχε κάποτε ενώσει τους ιμπρεσιονιστές εξακολουθούσε να του είναι απαραίτητη για τις αναζητήσεις του, αλλά και για να συντηρεί τη δημιουργικότητα της σκέψης του.


Ιτιά

Ο Κλοντ Μονέ (Claude Monet, 1840-1926) γεννήθηκε στις 4 Νοεμβρίου 1840 στο Παρίσι. Ήταν γιος του Adolphe Monet, παντοπώλη, και της Louise Justine Aubry. Τα παιδικά του χρόνια τα πέρασε στη Χάβρη, όπου η οικογένειά του εγκαταστάθηκε όταν εκείνος ήταν 5 ετών. Το πατρικό του βρισκόταν κοντά στη θάλασσα, στο προάστιο Sainte-Adresse” εκεί γεννήθηκε και το ενδιαφέρον του Μονέ για το τοπίο, αγροτικό ή θαλασσινό, το οποίο έμελλε να παραμείνει αμείωτο καθ’ όλη τη διάρκεια της μακράς καλλιτεχνικής του διαδρομής. Τα πρώτα του έργα, ωστόσο, ήταν καρικατούρες συμπολιτών του, τις οποίες φιλοτέχνησε με κάρβουνο και μολύβι στα 15 του χρόνια.

Πρώτος «πνευματικός πατέρας» του νεαρού Κλωντ υπήρξε ο ζωγράφος Εζέν Μπουντέν, ο οποίος και τον μύησε στη ζωγραφική τοπίων στο ύπαιθρο, το 1856. Εκτός από δάσκαλός του όμως, ο Μπουντέν ήταν και εκείνος με τον οποίο αντάλλασσε απόψεις για τα καλλιτεχνικά δρώμενα. Στη γαλλική πρωτεύουσα, ο Μονέ επισκέφθηκε το Σαλόνι (Salon), την επίσημη ετήσια έκθεση, που αποτελούσε τον καθρέφτη των καλλιτεχνικών τάσεων και αντιλήψεων και την εποπτεία της οποίας είχε η Σχολή Καλών Τεχνών. Σε επιστολή του προς τον Μπουντέν, γραμμένη στο Παρίσι στις 20 Φεβρουάριου 1856, ο νεαρός καλλιτέχνης ανέφερε με ενθουσιασμό τους ζωγράφους που προτιμούσε, ανάμεσα στους πολλούς που παρουσίαζαν τη δουλειά τους:


«Δεν φαντάζεστε πόσα ενδιαφέροντα πράγματα θα ανακαλύπτατε αν ερχόσασταν αυτή τη στιγμή στο Παρίσι. Υπάρχει μια έκθεση σύγχρονης ζωγραφικής, που περιλαμβάνει έργα της σχολής [γενιάς] του 1830 και που αποδεικνύει ότι δεν βρισκόμαστε σε τόσο μεγάλη παρακμή όσο λένε. Υπάρχουν 18 έξοχοι πίνακες του Ντελακρουά. […] Άλλοι τόσοι του Ντεκάν, μια ντουζίνα του Ρουσώ και του Ντυπρέ, καθώς και 7 ή 8 του Μαριλά. […] Ο μόνος αξιόλογος θαλασσογράφος που έχουμε, ο Γιόνγκιντ, είναι καλλιτεχνικά νεκρός: έχει αποτρελαθεί για τα καλά. […] Και ξέχασα να σας πω πως την έκθεση λαμπρύνουν επίσης οι Κουρμπέ και Κορό, καθώς και ο Μιλέ».

Στις λιγοστές αυτές αράδες, ο Μονέ αποκαλύπτει τις πλατιές του γνώσεις και την ενημέρωσή του σε ό,τι αφορά τη ζωγραφική της εποχής. Οι ζωγράφοι που αναφέρει σαν «σχολή του 1830» είναι εκείνοι που, από κοινού με τον μεγαλύτερο σε ηλικία Κορό, ζωγράφιζαν στο ύπαιθρο —και συγκεκριμένα στο δάσος του Φοντενεμπλώ, νότια από το Παρίσι- και οι οποίοι ανανέωσαν εις βάθος τη γαλλική τοπιογραφία. Στα μάτια του Μονέ, οι τοπογράφοι αυτοί θα πρέπει να φάνταζαν σαν προφήτες, καθώς ήδη διατράνωναν μέσω της ζωγραφικής τους όσα και ο ίδιος μάθαινε πλάι στον Μπουντέν. Οι ζωγράφοι της Σχολής της Μπαρμπιζόν (Τεοντόρ Ρουσώ, Σαρλ Φρανσουά Ντωμπινύ, Ζαν Φρανσουά Μιλέ, Κονστάν Τρουαγιόν, Ζυλ Ντυ-πρέ, Ντιάζ ντε λα Πενία) ερμήνευαν το τοπίο προσδίδοντας μυθικές διαστάσεις στην παρθένα, ανέγγιχτη από τον άνθρωπο φΰση. Παράλληλα, μέσω της άμεσης αναμέτρησής τους με τη φύση, απέφευγαν τη συμβατική ρητορεία που χαρακτήριζε τους παλιούς τοπιογράφους. Με άλλα λόγια, δεν ζωγράφιζαν ακολουθώντας καθιερωμένα πρότυπα όσον αφορά τη σύνθεση και τη θεματολογία, αλλά «βυθίζονταν» στη φΰση, με το καβαλέτο, τα χρώματα και τους μουσαμάδες τους. Αντικαθιστούσαν την ακαδημαϊκή θεματολογία με απλά συναισθήματα, ικανά να κερδίσουν την παρισινή κοινωνία, στα μάτια της οποίας τα δάση, τα αλσύλλια και οι αγροί με τις καλλιέργειες φάνταζαν ευτυχή κατάλοιπα ενός λησμονημένου επίγειου παράδεισου, στον οποίο μπορούσε να καταφύγει κανείς δραπετεύοντας από τη ζωή στην πόλη.


Τρένο στο χιόνι

Τα νεανικά χρόνια έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη μετέπειτα ζωή του Μονέ, καθώς κατά τη διάρκειά τους δημιούργησε μια σειρά από σχέσεις που επρόκειτο να εξελιχθούν σε μακροχρόνιες φιλίες. Αυτές δεν θα αποτελούσαν μόνο τροφή για το έργο του, χάρη σ’ ένα δίκτυο έντονων και καρποφόρων πάντα ανταλλαγών, αλλά και στηρίγματα στην προσωπική του ζωή. Ακόμη και σε προχωρημένη ηλικία, ο Μονέ εξακολουθούσε να δείχνει την ίδια αφοσίωση προς τους συντρόφους του της ομάδας των ιμπρεσιονιστών, οι οποίοι, με τη σειρά τους, αναγνώριζαν στο πρόσωπό του ένα σταθερό σημείο αναφοράς.

Εκτός, όμως, από τη συναισθηματική τους διάσταση, οι προτιμήσεις του Μονέ αναφορικά με τη ζωγραφική της εποχής του είχαν και ιδεολογικό υπόβαθρο- αυτό ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο όταν, επιστρέφοντας στο Παρίσι, ο καλλιτέχνης αποφάσισε να μη σπουδάσει στη Σχολή Καλών Τεχνών, αλλά σε μια ιδιωτική σχολή, όπου θα είχε την ευκαιρία να εξασκηθεί μαζί με νεαρούς συναδέλφους του, με τους οποίους θα μοιραζόταν τις ίδιες απόψεις. Την ίδια περίοδο, βάλθηκε να επισκέπτεται ατελιέ καλλιτεχνών, αλλά και την «ελεύθερη ακαδημία» Suisse, όπου συνάντησε ήδη καταξιωμένους καλλιτέχνες, όπως ο Ντελακρουά, ο Κουρμπέ και ο νεαρός Πισαρό, ενώ παράλληλα σύχναζε και στην «Brasserie des Martyrs», τόπο συνάθροισης των ρεαλιστών, με επικεφαλής τον Κουρμπέ, όπου γνώρισε επίσης τον Μπωντλέρ και τον Edmond Dyranty· ο τελευταίος θα γινόταν ο μεγάλος υπέρμαχος του Ιμπρεσιονισμού μέσα από τις σελίδες της Gazette des Beaux-Arts.

Την περίοδο εκείνη, ο Μονέ επέστρεφε συχνά στη Χάβρη για να ζωγραφίσει στην ακροθαλασσιά, παρέα με τον Μπουντέν. Μια μέρα, εκεί που προσπαθούσε να αποδώσει τα εφέ του νερού, γνώρισε τυχαία τον Γιόχαν Μπάρτολντ Γιόνγκιντ, θαλασσογράφο ολλανδικής καταγωγής, ο οποίος ήταν εκείνος που τον μύησε, δίχως άλλο, στα μυστικά των μεγάλων ολλανδών τοπιογράφων του 17ου αιώνα. Την ίδια χρονιά, ορισμένοι πίνακές του έγιναν δεκτοί στο Σαλόνι, όπου δυο θαλασσογραφίες του τράβηξαν την προσοχή του τεχνοκρίτη Mantz. Ο κριτικός εγκωμίαζε την ικανότητά του να προσελκύει το ενδιαφέρον του θεατή, παρά το νεαρό της ηλικίας του, χάρη στην τολμηρή του ματιά στα πράγματα. Παράλληλα, τον συμβούλευε να καλλιεργήσει το ταλέντο του σπουδάζοντας, γιατί μόνο έτσι θα κατάφερνε να τελειοποιηθεί.


Μονέ – Η οδός Saint Denis στο Argenteuil το χειμώνα

Στο Παρίσι, ο Μονέ φοίτησε για σύντομο διάστημα στο εργαστήριο του Σαρλ Γκλερ (Gleyre), όπου γνώρισε τους νεαρούς καλλιτέχνες Ωγκύστ Ρενουάρ, Φρεντερίκ Μπαζίγ και Αλφρέ Σισλέ. Οι τέσσερις τους πήγαιναν συχνά στο δάσος του Φοντενεμπλώ για να ζωγραφίσουν. Παρά τις συχνές αποδράσεις του από την πρωτεύουσα, ο Μονέ συνέχιζε να παρακολουθεί τις εξελίξεις στο χώρο της τέχνης. Παρακινημένος, πιθανότατα, από τον περιώνυμο πίνακα του Εντουάρ Μανέ Γεύμα στη χλόη, τον οποίο είχε δει στο Σαλόνι των Απορριφθέντων το 1863, αποφάσισε να ζωγραφίσει ένα έργο με το ίδιο θέμα. Η εκδοχή του Μανέ είχε γίνει αρχικά αντικείμενο χλευασμού, καθώς σκανδάλισε με την εικόνα της ολόγυμνης γυναίκας που συζητά με δυο κομψά ντυμένους αστούς. Ο Μονέ χρησιμοποιεί τον πίνακα του Μανέ ως σημείο εκκίνησης, διορθώνοντας όμως, κατά κάποιον τρόπο, τη στόχευση και υποβάλλοντας σε κάποια κριτική τον έντονο διανοουμενισμό του.

Ξεκίνησε το δικό του Γεύμα στη χλόη, χρησιμοποιώντας ως μοντέλα τη σύντροφό του Καμίγ, τον ζωγράφο και φίλο του Μπαζίγ και, ίσως, τον Κουρμπέ. Το εγχείρημα ήταν ιδιαίτερα φιλόδοξο, αφού πρόκειται για μια σύνθεση με διαστάσεις 3×6 περίπου μέτρα. Από άποψη ύφους, το έργο παρουσιάζει αξιοσημείωτες αναλογίες με τη ζωγραφική του Κουρμπέ, καθώς αποδίδει με άψογο τρόπο το αντικείμενο της απεικόνισης, προσδίδοντας παράλληλα στα πρόσωπα ένα στοιχείο καρικατούρας και θυμίζοντας, έτσι, την πολεμική του Κουρμπέ ενάντια στους αργόσχολους αστούς, όπως αυτή εκφράζεται στον πίνακα Δεσποινίδες στις όχθες τον Σηκουάνα. Μαρτυρία της εμβάθυνσης του Μονέ στους κανόνες της ζωγραφικής μεταγραφής αποτελεί και ο επίσης μεγάλων διαστάσεων πίνακας “Γυναίκες στον κήπο” του 1867, στη δημιουργία του οποίου αξίζει να αναφερθούμε. Ο Μονέ βρισκόταν στη Ville d’ Avray όταν αποφάσισε να φιλοτεχνήσει το έργο, έχοντας την Καμίγ ως μοναδικό μοντέλο. Προκειμένου να ζωγραφίσει στο ύπαιθρο έναν πίνακα τόσο μεγάλων διαστάσεων, είχε την ιδέα να σκάψει ένα λάκκο στο χώμα, όπου και τοποθέτησε το τελάρο.

Ανάμεσα στο πλήθος των επιρροών που επέδρασαν στη ζωγραφική του Μονέ κατά τη διάρκεια της γόνιμης αυτής περιόδου, αξίζει να επισημάνουμε την εικαστική παράδοση της Άπω Ανατολής, η οποία επηρέασε και πολλούς άλλους ζωγράφους που εργάζονταν στο Παρίσι κατά τη δεκαετία του 1860. Το 1866, ο Μονέ ζωγράφισε τη Βεράντα στο Sainte-Adresse, που σήμερα βρίσκεται στο Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης. Το έργο, που ο ίδιος το χαρακτήρισε «κινέζικο πίνακα με σημαίες», παρουσιάζει ομοιότητες με μια γιαπωνέζικη στάμπα του Χοκουσάι, αντίγραφο της οποίας είχε ο Μονέ. Ο Μονέ έμαθε από τους Ιάπωνες να υιοθετεί ασυνήθιστες οπτικές γωνίες και να απεικονίζει το θέμα του από ψηλά, χρησιμοποιώντας παράλληλα την ατμοσφαιρική προοπτική προκειμένου να τονίσει τον συναισθηματικό αντίκτυπο που μπορεί να προκαλέσει μια εικόνα της φύσης. Ο Theodore Duret θα έλεγε αργότερα: «Έπρεπε να φτάσουν στα χέρια μας τα γιαπωνέζικα άλμπουμ για να αποτολμήσουμε […] να βάλουμε πλάι πλάι, στον ίδιο πίνακα, μια σκεπή με ζωηρό κόκκινο χρώμα, έναν λευκό τοίχο, μια πράσινη λεύκα, έναν κίτρινο δρόμο, ένα γαλάζιο ρυάκι’ μέχρι τότε, ήταν αδιανόητο. Ο ζωγράφος έλεγε πάντοτε ψέματα. Η φύση τον τύφλωνε με τα έντονα χρώματά της έτσι, στους πίνακες ζωγραφικής δεν έβλεπες παρά μόνο απαλούς, ξεθωριασμένους τόνους».

Κλωντ Μονέ (Claude Oscar Monet, 14 Νοεμβρίου 1840 – 5 Δεκεμβρίου 1926)